Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ...

Για να βγεις από τα σκατά πρέπει να παλέψεις μόνος σου.
Πρέπει να πείσεις τον εαυτό σου για τις δυνατότητες του.
πονάς. Αλλά πρέπει να προχωρήσεις. Θα έρθει η ώρα που θα είσαι ευτυχισμένος.
δεν αργεί. Εσύ πρέπει να την κυνηγήσεις.
Σ'αγαπώ σαν τρελος. καποια στιγμή θα καταλάβεις.
είναι νωρίς ακόμη. Αλλά κάποια στιγμή θα καταλάβεις.

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Οι ηλίθιοι

Νομίζετε πως είναι εύκολο;
Πως είναι κάτι κουλ, έτσι ηλίθιοι;
Η ομορφιά της κατάθλιψης.
Όχι, δεν είναι.
Σε βασανίζει. Σε τρώει ζωντανό, λίγο-λίγο. Αλλά πάντα μένει περίσευμμα.
Δεν είναι εύκολο. Δεν είναι μια σκηνή ταινίας. δεν τη ζείς συχνά.
Σε χτυπά χωρίς να το καταλάβεις.
Και αν σας χτυπησει ΗΛΙΘΙΟΙ, τότε θα καταλάβετε τι σημαίνει.
Δεν είναι εικόνα. Είναι η απώλεια της.
Μην την αφήσετε ηλίθιοι. Θα σας κομματιάσει.

Ο σταυρος της αναμνησης

Ο σταυρός της ανάμνησης είναι ο βαρύτερος…



Ναι, ακόμα ένα κομμάτι του μυαλού μου θυμάται τις μέρες που ήμουν ευτυχισμένος. Βέβαια, η εικόνα αυτής της χαμένης ζωής είναι θολή και ίσα που ξεχωρίζει ανάμεσα από τα ουρλιαχτά μου άλλα μήπως αυτό το μακρινό τοπίο δεν είναι που ταΐζει τους εφιάλτες μου; Όχι, μην μπερδεύεσαι η ιστορία μου δεν είναι τίποτα το συναρπαστικό, τίποτα το εξωπραγματικό. Σίγουρα αυτή η αλληλουχία γεγονότων είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Ζούσα όπως όλοι οι φοιτητές της Β. Αγαπούσα τη σχόλη μου και θα μπορούσες να πεις πως άνηκα στην ομάδα των καλών φοιτητών. Ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα όμορφος, ξέρω καλά τον εαυτό μου. Μέτριο ανάστημα καστανά μάτια με μια υποψία ανοιχτού πράσινου, με μούσι, όπως επιβάλει η επαναστατική μόδα των φοιτητών, παρακαταθήκη του ’68 στη Γαλλία και του ’73 στην Ελλάδα. Καθημερινές μικρές κραιπάλες που οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στη μέθη ή σε κάποιο μεταμεσονύχτιο κινηματογράφο όπου παιζόταν κάποια καλτ ταινία με πομπώδη τίτλο ήταν το μοτίβο της ζωής μου. Είτε πάλι σε κάποιο μικρό σαλόνι, γεμάτο καπνό και με την υπόκρουση απαλών ρόκ μελωδίων με συζητήσεις που ξεκινούσαν από ξεκαρδιστικές ιστορίες και έφθαναν σε θρησκευτικά και πολιτικά ζητήματα. Είχα μια όμορφη ζωή. Όπως ακριβώς την περίμενα από τα μαθητικά μου χρόνια. Με ένα ολόδικο μου μικρό σπίτι, γεμάτο με αφίσες συγκροτημάτων και ταινιών, πάντα ακατάστατο με πεταμένα ρούχα στους καναπέδες και στις καρέκλες, με χαλασμένα φαγητά σε μικρά μπολ, και με τελειωμένα μπουκάλια από φθηνα ποτά γύρω από το τραπέζι του σαλονιού.

Εκείνο, όμως, που έκανε τη διαφορά στη ζωή μου ήταν η ελευθερία, εκείνο το αίσθημα που μοιάζει με την παραίσθηση ανθρώπου που ίπταται και βλέπει κουκίδες τους ανθρώπους . Μια ελευθερία τόσο αληθινή, απτή που δεν μπορώ να την περιγράψω. Ίσως, η εικόνα μου σε ένα παγκάκι στην παραλία λίγο πριν το χάραμα, με ένα τσιγάρο στο χέρι, δίπλα από μια άγνωστη παρέα που με τις κιθάρες και τις φάλτσες φωνές τους τραγουδούσαν κάθε λογής τραγούδι να δίνει τις διαστάσεις. Μια τέτοια μέρα την γνώρισα. Μια τέτοια μέρα…

Την είδα από μακριά να περπατά με ένα σταθερό αλλά τόσο θηλυκό βήμα και να χαζεύει τα μεγάλα εμπορικά πλοία που τραμπαλίζονταν νωχελικά στα κύματα. Κάθισε στο διπλανό παγκάκι. Βλέμμα μελαγχολικό αλλά παιχνιδιάρικο. Ξέρεις κάθε άνθρωπος φαντάζεται εκείνον τον έναν άνθρωπο που η μοίρα του όρισε σαν το κομμάτι που λείπει από τη ζωή του. Ήμυν σίγουρος πως το απένατνι παγκάκι καθόταν το δικό μου μισό. Για πάντα θα με στοιχειώνουν τα μάιτια της. Αιώνια θα ακούω τη φωνή της. Μην κοροϊδεύεις τον εαυτό σου. Όλοι έχουν ερωτευτεί. Δεν χόρταινα να την βλέπω, κάθε της μειδίασμα, κάθε της κίνηση. Ο αναπτήρας που έψαχνε (ναι κάπως κλισέ, αλλά τίποτα δεν είναι πιο μονότονο από την ίδια την πραγματικότητα) έγινε η αιτία να γνωρίσω τον μοναδικό άνθρωπο που έβαλα πιο ψηλά από όλους τους άλλους. Μα σου είπα, δεν είναι δακρύβρεχτη η ιστορία μου. Κάθε άλλο.

Την έλεγαν… έχει σημασία; Την έλεγαν γυναίκα. Αρκετά λεπτή, και κοντούλα, με καστανό μαλλί που έφθανε ως τους μικρούς ώμους της, μαύρα, ναζιάρικα μάτια. Είχε τον τύπο Γαλλίδας στα αλήθεια. Θυμάμαι κάθε σημάδι του σώματος της. Μα πόσο ηλίθιος μπορεί να ήμουν?

Τα υπόλοιπα δύο χρόνια αποτέλεσαν την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής μου. Ο νεανικός παρορμητισμός μου μαζί με το ιδιαίτερο μου πάθος με έκαναν να μην αισθάνομαι τίποτα άλλο παρά χαρά. Κουβεντούλες από τα μεσάνυχτα μέχρι το επόμενο πρωί, βόλτες σε κάθε γνωστό και μη σημείο της περιοχής μόνο οι δυο μας. Ζούσα την κάθε μου στιγμή στο πλάι της. Και έκανα το λάθος να πιστέψω πως το υπόλοιπο της ζωής μου είναι δεμένο με αυτή. Ναι ήταν ιδιαίτερα έξυπνη.

Όμως, οι άνθρωποι κουβαλάμε μέσα μας εκείνο το καταραμένο δαιμόνιο της αμφιβολίας. Και η αμφιβολία, μεταμορφώνεται σε θηλιά και πνίγει καθετί, όσο όμορφο και αγνό και αν είναι. Όπως όλοι μας, έτσι και γω έμεινα μόνος μου. Τόσο ξαφνικά, τόσο αναπάντεχα.

Λίγες ώρες μετά το χωρισμό μου, βρίσκομαι στο λιμάνι, παρέα με το τσιγάρο μου, συντετριμμένος, όπως σίγουρα θα έχεις νιώσει, και περιμένοντας κάποια λύση, που φυσικά πότε δεν ήρθε. Ξέρεις, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί άλλαξαν τα πράγματα. Οι μέρες περνούσαν στο παγκάκι μου και εγώ, πάρε με το τσιγάρο μου, περνούσα την ώρα μου ανακατεύοντας τις σκέψεις μου. Η αϋπνία και το αλκοόλ κατάφεραν να ξεθωριάσουν την εικόνα της, άλλα όχι και την αίσθηση μιας γενικής θλίψης και δυσφορίας που με κατέκλυζε. Μόνος, η κατάρα της ύπαρξης μου, διαθήκη ενός όρκου. Μην τολμήσεις να παραβείς τους όρκους σου. Το τίμημα είναι δυσβάσταχτο.

Γύρισα στο σπίτι μου. Οι φίλοι μου έψαχναν εδώ και καιρό. Νομίζω πως ήταν ειλικρινές το αίσθημα ανακούφισης που γέμισε τα μάτια τους όταν με είδαν. Και οι μέρες περνούσαν… Άδειες, χωρίς νόημα.

Η έντονη θλίψη μπορεί είτε να μετατραπεί σε ξέσπασμα, είτε σε μια γενικότερη κατάσταση πλήρους αφασίας. Παράτησα τα μαθήματα μου, την παρέα μου, την ίδια την ελευθερία μου. Το παγκάκι μετατράπηκε σε έναν άνετο καναπέ, και παρέα με το τσιγάρο μου παρατηρούσα με προσήλωση για ώρες το κενό. Το μυαλό μου είχε πάψει να λειτουργεί και δεν σχημάτιζε καμία εικόνα. Απλά έκανε αντιληπτό τον απίστευτο πόνο μου, την μοναξιά μου. Τα βράδια μου, μουντά, και ο ύπνος μου λήθαργος, χωρίς όνειρα χωρίς εφιάλτες. Εκτός από εκείνο το βράδυ.

Καθόταν δίπλα μου και μου χάιδευε τα μαλλιά καθώς βλέπαμε μια ασπρόμαυρη ξένη ταινία. Το άρωμα της γέμιζε το δωμάτιο και σαγήνευε κάθε πλάσμα που τύχαινε να είναι κοντά της. Κάθε τόσο ψιθύριζε και εγώ της απαντούσα. Ο ήχος από τις κόρνες των αυτοκινήτων με ξύπνησε κάπως βίαια. Όμως, για πρώτη φορά αντιλαμβανόμουν τον εαυτό μου να χαμογελά μετά από πολύ καιρό. Την είχα δει, έστω και στα όνειρά μου. Την είχα ακουμπήσει, έστω και στη φαντασία μου. Ω ναι, απαράμιλλη χαρά. Η μέρα εκείνη πέρασε πολύ διαφορετικά από τις υπόλοιπες μέρες μου. Το αίσθημα ευτυχίας συγκρούονταν με μια ανησυχία, μήπως και δεν την ξαναδώ στον ύπνο μου. Ένιωθα λες και το όνειρο αυτό θα μπορούσε να αναπληρώσει όλη μου τη ζωή. Και, τι ειρωνεία, θα έκανα τα πάντα για να συμβεί κάτι τέτοιο.

Δυστυχώς ο φόβος μου επιβεβαιώθηκε. Το επόμενο πρωί επέστρεψα στην προηγούμενη ζωή μου, άρχοντας σε ένα βασίλειο σκιών. Δεν άντεχα άλλο αυτή την κατάσταση. Δεν μπορούσα να συνεχίσω έτσι. καθισμένος στην πιο σκοτεινή γωνιά του δωματίου μου εκλιπαρούσα κάποια δύναμη να σταματήσει την ελεύθερη πτώση του μυαλού μου.

- Πως, άραγε μπορείς να συνεχίσεις έτσι;

- Δεν μπορώ!!!!! Το ξέρω πως υπερβαίνει τις δυνάμεις μου.

- Και τι θα κάνεις γι αυτό:

- Δεν ξέρω… η μόνη αχτίδα στο έρεβός μου ήταν εκείνο το όνειρο. Αν μπορούσα να ζούσα μαζί της στον ύπνο μου, αν ήξερα ότι έστω και σε παραίσθηση την είχα πλάι μου, τότε ναι, θα είχα δύναμη να σταθώ στα πόδια μου.

- Αφού αυτό ποθείς θα το έχεις.

Καθόταν δίπλα μου και μου χάιδευε τα μαλλιά καθώς βλέπαμε μια ασπρόμαυρη ξένη ταινία. Το άρωμα της γέμιζε το δωμάτιο και σαγήνευε κάθε πλάσμα που τύχαινε να είναι κοντά της. Κάθε τόσο ψιθύριζε και εγώ της απαντούσα.

Ξυπνάω. Προσπαθώ να καταλάβω. Τα κατάφερα. Η ζωή μου απέκτησε ξανά το νόημά της. Όλη μου η ημέρα , από εδώ και στο εξής θα είχε έναν αποκλειστικό σκοπό. Τον ύπνο, που θα με συνέδεε με εκείνη. Τα είχα καταφέρει.

Κάθε μέρα, έφευγα για τα μαθήματα μου, κατόπιν έτρεχα σπίτι για να κοιμηθώ το μεσημέρι, μέχρι αργά το απόγευμα, και μετά από ένα γρήγορο γεύμα έπεφτα πάλι για ύπνο. Είχα χάσει τους φίλους μου, είχα παρατήσει τα όνειρα της ζωής μου, αλλά πλέον δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο εκτός του να την έχω κοντά μου, έστω και με αυτόν τον τρόπο. Και όσο περνούσε ό καιρός, τόσο περισσότερο χρόνο ήθελα να έχω πλάι της.

Άρχισα να παίρνω ηρεμιστικά χάπια. Μα δε μου έφθανε. Αύξησα την δόση. Έψαξα όλες τις ναρκωτικές ουσίες που προκαλούσαν υπνηλία. Και μέρα τη μέρα έπεφτα σε λήθαργο, για να μυρίζω το άρωμα της. Ας είναι. Το δέχομαι. Φτάνει να είμαι κοντά της.

Πλέον η μέρα μου μετρούσε ελάχιστα λεπτά με το βλέμμα μου να περιπλανιέται στο δωμάτιο μιας ψυχιατρικής κλινικής, όπου με μετέφεραν οι φίλοι μου όταν με βρήκαν στο πάτωμα του δωματίου μου με μια σύριγγα καρφωμένη στο μπράτσο μου.

Η κατάσταση μου θα παρέμενε έτσι για το υπόλοιπο της ζωής μου. Θρήνος για τους ανθρώπους που με αγαπούσαν. Για μένα θρίαμβος!!! Κατόρθωσα να ζήσω μια ζωή με αυτήν. Το τίμημα μου φαινόταν μικρό. Όμως το αληθινό τίμημα…

Καθόταν δίπλα μου και μου χάιδευε τα μαλλιά καθώς βλέπαμε μια ασπρόμαυρη ξένη ταινία. Το άρωμα της γέμιζε το δωμάτιο και σαγήνευε κάθε πλάσμα που τύχαινε να είναι κοντά της. Κάθε τόσο ψιθύριζε και εγώ της απαντούσα.

Ξύπνησα από την φωνή της. Μα ήταν δυνατόν; Μήπως οι παραισθήσεις μου, με έκαναν ανίκανο να καταλάβω το αληθινό και το ψεύτικο;

Όχι, στεκόταν εκεί, με δακρυσμένα μάτια. Ο γιατρός και οι φίλοι μου της εξηγούσαν την κατάστασή μου. Εκείνη φάνηκε να λέει πως μετάνιωσε και ήθελε να επιστρέψει κοντά μου αλλά πλέον ήταν αργά. Δεν είναι δυνατόν. Προσπάθησα να μιλήσω αλλά δεν έλεγχα το σώμα μου. Μα δεν μπορεί. Όχι, τώρα. Δεν θέλω να φύγει. Δεν έχω ανάγκη να την ονειρεύομαι πλέον. Έβαλα όλες μου τις δυνάμεις καθώς με φιλούσε και έφευγε από το δωμάτιο μου. Όχι, δεν γίνεται. Δεν μπορεί. Ένιωθα όλα μου τα κύτταρα να τρέμουν από θλίψη και οργή. Εσύ δαιμονική φωνή έκανες να χάσω τα πάντα. Εσύ καταραμένε που με καταδίκασες στην αιώνια ληθαργική ζωή μου. Η μάλλον εγώ… χωρίς να το θέλω την έδιωξα για πάντα από το πλάι μου. Την είχα δίπλα μου και τώρα καθηλωμένος σε ένα κρεβάτι έμεινα τελείως μόνος χωρίς να ελπίζω σε τίποτα.

Το μίσος και η οργή έκαναν το αίμα μου να ρέει σαν ποτάμι μέσα στις φλέβες μου. Ξαφνικά όλα άρχιζαν να γίνονται πιο γρήγορα. Οι πληγές από την χρήση των υπνωτικών άνοιξαν, τα άκρα μου τινάχτηκαν, τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα. Και από το στόμα μου μόνο μια λέξη: το όνομά της. Ούρλιαζα με μια δαιμονισμένη δύναμη που χάραζε την σιωπή στην κλινική. Το όνομα της. Παρατεταμένα, με παύσεις δευτερολέπτων για μια γρήγορη ανάσα, μέσα από τους λυγμούς μου. Το όνομα της.

Έτσι μέχρι και σήμερα, 16 χρόνια από την τελευταία μέρα που την είδα. Δεμένος σε ένα κρεβάτι, μέσα σε ένα απομονωμένο και ηχομονωμένο δωμάτιο κάποιας μακρινής ψυχιατρικής κλινικής να ουρλιάζω ασταμάτητα το όνομα της, με ένα σώμα που χωρίς σταματημό έτρεμε κάθε φόρα και με την ψύχη μου, το αθάνατο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης , να λείπει από το σώμα μου, τιμωρημένος στα δεσμά μου σαν σύγχρονος Προμηθέας με καρφωμένη την μορφή της μπροστά στα μάτια μου. Ξάγρυπνος εδώ και 16 χρόνια. Φωνάζοντας συνεχώς το όνομά της εδώ και 16 χρόνια.

Ο σταυρός της ανάμνησης είναι ο βαρύτερος…